christostriathlon

ΠΕΡΙ ΤΡΙΑΘΛΟΥ,ΚΟΛΥΜΒΗΣΗΣ, ΠΟΔΗΛΑΣΙΑΣ, ΤΡΕΞΙΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΟΤΙ ΑΛΛΟΥ ΑΠΟ ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ ΑΠΟΨΗΣ ΜΟΥ ΚΙΝΕΙ ΤΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ

Παλιό Στάδιο ΓΣΠ, γλυκιές αναμνήσεις μιας άλλης εποχής

palio gspΜιλούσαμε με φίλους πρόσφατα για τις αθλητικές και οπαδικές μας καταβολές, και η μνήμη μου αναγκαστικά ταξίδεψε (πολύ) πίσω, παίρνοντας με στην εποχή που γυμναζόμουν στο παλιό στάδιο ΓΣΠ, τον τότε αθλητικό πνεύμονα της Λευκωσίας.

Πράγματι, γλυκιές αναμνήσεις μιας άλλης, πιο αγνής, τουλάχιστον στον αθλητισμό, εποχής.

Παρά τις τόσες δυσκολίες που αντιμετώπιζαν τότε, από το χωμάτινο γήπεδο στίβου του ΓΣΠ  ξεπήδησαν μερικοί από τους καλύτερους αθλητές που γνώρισε ποτέ η Κύπρος. Κάποιοι από αυτούς μάλιστα, συνεχίζουν να κατέχουν τα παγκύπρια ρεκορ στα αθλήματα τους, 25 και 30 χρόνια μετά. Συγκεκριμένα, οι:

DwraKiriakouΔώρα Κυριάκου (400) από το 1997,  Σπύρος Σπύρου (800, 1500)  από το 1983, Μάριος Κασιανίδης (10,000 και Μαραθώνιο) το 1981 και το 1982, Δημήτρης Αραούζος (Μήκος) από το 1982 και  Μάριος Χ»Αντρέου (Τριπλούν) απο το 1991.

Τι να πρωτοθυμηθώ;

Κατ΄αρχήν, και μόνο το γεγονός ότι, μαθητής δημοτικού ακόμα, πήγαινα μόνος με το ποδήλατο μου στο κέντρο της Λευκωσίας και επέστρεφα αφού είχε σκοτεινιάσει δείχνει το πόσο διαφορετικά ήταν τότε τα πράγματα. Κάποιες φορές μάλιστα «φόρτωνα» στο τιμόνι του και μια φίλη, συναθλήτρια και γειτόνισσα μου (γνωστή δικηγόρο σήμερα), και πηγαίναμε παρέα.

Στο γήπεδο την ώρα των προπονήσεων υπήρχε ένας απίστευτος συνωστισμός. Δεν ήταν όπως τα σημερινά γήπεδα, αφού ο 8ος διάδρομος ήταν κολλητός με τον τοίχο των κερκίδων.

Δεν ήταν όμως μόνο η στενότητα του χώρου. Τότε, στην Κύπρο τουλάχιστον, ο στίβος ήταν στις δόξες του, με εκατοντάδες παιδιά από κάθε πόλη να ασχολούνται συστηματικά. Καθόλου τυχαίο δηλαδή που υπάρχουν ακόμα Παγκύπρια ρεκόρ από την τότε εποχή.

Όποτε είχε αγώνες, από μαθητικούς μέχρι Παγκύπριους Αντρών-Γυναικών,  τα στάδια ήταν γεμάτα.  Ένας λόγος ίσως που συνέβαινε αυτό, είναι ότι οι πρώτοι που αγκαλιαζαν το στίβο ήταν οι επίσημοι, με πρωτεργάτη τον ΕΘνάρχη Μακάριο ο οποίος παρίστατο συχνά σε τέτοιες εκδηλώσεις.

Τότε, εκτός των άλλων, οι αθλητές των συλλόγων στη Κύπρο λαμβάναμε μέρος στους πανελλήνιους αγώνες με τους συλλόγους μας, αφού δεν υπήρχε ΚΟΕΑΣ (Κυπριακή Ομοσπονδία Ερασιτεχνικού ΑΘλητισμού Στίβου), η οποία ιδρύθηκε το 1983.  Spiros-SpirouΠληροφοριακά, υπήρχε η ΤΕΣΚ, (Τεχνική Επιτροπή Στίβου Κύπρου), όπως φαίνεται και στην φανέλλα του κ. Σπύρου.  Αυτό το γεγονός, την περίοδο εκείνη ήταν σοβαρό κίνητρο για μας, που δεν είχαμε την οικονομική δυνατότητα να ταξιδεύουμε εκτός Κύπρου.

Μια από τις τραυματικές αθλητικές μου εμπειρίες μάλιστα συνέβηκε σε τέτοιους αγώνες, όταν στους Πανελλήνιους Παίδων (δεν θυμάμαι ακριβώς την χρονιά, νομίζω το 82) ενώ με την ομάδα σκυτάλης 4χ100 του ΓΣΠ κερδίσαμε στο νήμα, ακυρωθήκαμε λόγω δικού μου λάθους.

Σε αυτό το συνωστισμό λοιπον, καλούνταν οι αθλητές και οι προπονητές των δρόμων ταχύτητας και αντοχής, των αλμάτων και των ρίψεων να συνυπάρξουν αρμονικά. Κομματάκι δύσκολο ομολογουμένως. Ακόμα έχω στα αυτιά μου τις φωνές του Λοϊζή και του Κόκου, φόβος και τρόμος για μας τους μικρότερους τότε, αν τυχών βρισκόμασταν κάποια στιγμή κατά λάθος μπροστά τους στο χόρτο. (Πως να μην βρεθούμε αφού ήταν αθλητές που έτρεχαν τα 10 χιλιόμετρα κοντά στα 30 λεπτά;)

Μετά την τουρκική εισβολή το 1974, το ΓΣΠ φιλοξενούσε στις εγκαταστάσεις του και τον προσφυγικό σύλλογο Γ.Σ.Πράξαντρο, με την τότε προπονήτρια του δ. Σωτηροπούλλου να καταβάλλει ηρωϊκές προσπάθειες να στήσει ξανά τον Κερυνειώτικο σύλλογο.

Ένας άγραφος νόμος που ισχύει στα γήπεδα στίβου, (τουλάχιστον σε Κύπρο και Ελλάδα όπως το έζησα) είναι ότι κάθε προπονητής έχει το χώρο του, «την γωνιά του».

Στο χώρο του παλιού ΓΣΠ αν θυμάμαι καλά, οι προπονητικές γωνιές ήταν κατανεμειμένες ως εξής:

Στη γραμμή τερματισμού ήταν η κ. Κάλλη Χ¨Ιωσήφ. Λίγο πιο πριν ήταν η γωνιά του κ. Αντρέα Μαυρονικόλα, του τότε προπονητή μου. Στην απέναντι πλευρά, ήταν η γωνιά και το γκρουπ του κ. Ντίνου Μιχαηλίδη. Οι δρομείς αντοχής του κ.  Βασίλη Χειμωνή δεν είχαν γωνιά, αφού ο προπονητής τους αγωνιζόταν και προπονιόταν μαζί τους.

Πίσω από το τέρμα της πλευράς του γνωστού «σαντουιτσή» Γιαπανά ήταν το σκάμμα του μήκους, όπου είχε τον πάγκο του ο κ. Παλλάδιος Νικολάου. Εκεί επέβλεπε τους άλτες του μήκους και τους τριπλουνίστες, ενώ τα στρώματα του ύψους ήταν στημένα σε μια γωνιά και πηγαινοέρχονταν και έμπαιναν όπου υπήρχε ελεύθερος χώρος, συνήθως στη μεγάλη περιοχή του γηπέδου όταν τελείωναν οι ποδοσφαιριστές την προπόνηση τους.

Στην απέναντι πλευρά, οι ρίψεις είχαν την τιμητική τους, με τους προπονητές κ. Κυριάκο Βασιλειάδη και Λουκά Καλογήρου να έχουν τις δικές τους «γωνιές».

Αφού λοιπόν όλες οι γωνιές ήταν πιασμένες από τους ήδη προπονητές στο ΓΣΠ, η δ. Σωτηροπούλου πήρε το μόνο ελεύθερο χώρο που είχε απομείνει: ένα παγκάκι περίπου 20 μέτρα απέναντι από τη γραμμή τερματισμού. Πολλές φορές δεν προλαμβαίμε να σταματήσουμε εγκαίρως (τότε ήμουν 100ρης) με αποτέλεσμα να συγκρουστούμε με κάποια από τα παιδιά αυτά. Ποτέ δεν δημιουργήθηκε όμως κάποια παρεξήγηση μεταξύ μας.

Εξ’ άλλου, οι όχι και τόσο συχνές συγκρούσεις μεταξύ μας δεν ήταν το κύριο μας πρόβλημα. Το μέγάλο μας πρόβλημα ήταν ο καταιγισμός «βολίδων» που δεχόμαστε από τους τότε ποδοσφαιριστές που προπονούνταν συγχρόνως μαζί μας.

Ακριβώς έτσι.

Και δεν μιλάμε για όποιους και όποιους. Η αφρόκρεμα του ποδοσφαίρου τότε, παίκτες του Αποελ, της Ομόνοιας και του Ολυμπιακού είχαν έδρα το ΓΣΠ και προπονούνταν εκεί κάποιες μέρες.

Το σκηνικό με λίγα λόγια, ήταν να τρέχουμε γύρω-γύρω και να πρέπει να προσέχουμε α) να μην ενοχλήσουμε το «ευερέθιστο» γκρουπ των τότε αντοχητζήδων, β) να μην κτυπήσουμε με τα παιδιά που έκαναν διατάσεις απέναντι από τον τερματισμό, γ) να μην μας πετύχει κανένας δίσκος ή ακόντιο, και δ) να έχουμε τα μάτια μας 14 μην έρθει καμιά αδέσποτη μπαλιά να μας κτυπήσει από το πλάϊ. Προσωπικά θυμάμαι ακόμα την βολίδα που έφαγα από τον Φιλιππο της Ομόνοιας. Επίσης,  ε) κάτι που μου θύμισε ο συναθλητής και φίλος Νίκος Σουρμελής, σε κάθε γύρο που τρέχαμε, έπρεπε να πηδάμε πάνω από τα λάστιχα ποτίσματος, τα οποία διάτρεχαν το γήπεδο κατά πλάτος και ήταν υπερυψωμένα 20-30 πόντους πάνω από το έδαφος, στηριζόμενα σε κάτι τροχάκια.

Αναφερόμενος στο ποδόσφαιρο, τα γεγονότα που βλέπαμε και ζούσαμε με τους τότε ποδοσφαιριστές και των τριών ομάδων είναι κάτι που σήμερα φαντάζουν απίστευτα και εξωπραγματικά.  Για παράδειγμα, κάθε ομάδα είχε τα αποδυτήρια της, τα οποία ήταν κάτω από τις κερκίδες, ενώ εμάς του στίβου ήταν σε ένα πιο πρόσφατο κτίσμα, ανεξάρτητο με το γήπεδο. Δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστο φαινόμενο, αν δεν είχε ζεστό νερό στα μπάνια μας, να ζητήσουμε την άδεια και να κάνουμε ντους στα αποδυτήρια κάποιας από τις ομάδες.

Καμιά ποτέ δεν το αρνήθηκε.

Μπορεί δηλαδή να ήταν ο προπονητής και οι παίκτες του, να συζητούσαν το σύστημα που θα ακολουθούσε η ομάδα τους, και εμείς του στίβου συγχρόνως να μπαινοβγαίνουμε στα αποδυτήρια τους. Αν είναι δυνατόν! Τώρα που τα γράφω συνειδητοποιώ πόσο εκτος πραγματικότητας ακούγονται αυτά για τη σημερινή εποχή. Εκτος πραγματικότητας για τα σημερινά δεδομένα, ήταν επίσης το γεγονός ότι οι τότε ποδοσφαιριστές δεν ήταν επαγγελματίες. Δούλευαν στην δουλειά τους, και έρχονταν το απόγευμα όταν σχόλαναν στην προπόνηση. Αρκετοί ήταν σε κάποια τράπεζα, στην ΑΗΚ ή στην ΣΥΤΑ, βοηθούμενοι προφανώς από τις ομάδες τους. Κάποιοι όμως δούλευαν σε δυσκολότερες δουλειές, όπως για παράδειγμα ο θρυλικός στράϊκερ της Ομόνοιας Σωτήρης Καϊάφας ο οποίος είχε κατάστημα με υλικά οικοδομής. Έναυσμα για το άρθρο αυτό ήταν μια σκηνή που θυμάμαι, με τον κ. Καϊάφα να αλλάζει τα ρούχα της δουλειάς του  (όπως είπα πιο πάνω αρκετές φορές βρεθήκαμε στα αποδυτήρια των ομάδων) τα οποία ήταν λερωμένα με τσιμέντα, και να φορά τα ρούχα για προπόνηση.

Κάτι άλλο που επίσης δεν ταιριάζει με τα σημερινά δεδομένα του ποδοσφαίρου, ήταν οι προπονήσεις των ομάδων τότε στο ΓΣΠ, και ειδικά του ΑΠΟΕΛ και της Ομόνοιας. Δεν έχω ιδέα πως γινόταν ο διαχωρισμός, αν ήταν με τις μέρες ή αν ερχόταν πρώτα η μια και μετά η άλλη. Αυτό που μπορώ να πώ με βεβαιότητα, αφού το έζησα, είναι ότι πολλές φορές τύχαινε να φύγει η μια ομάδα από το γήπεδο και να έρθει η άλλη. Μπορούσε δηλαδή άνετα κάποιος φίλαθλος να κάτσει αν ήθελε να παρακολουθήσει τις προπονήσεις και των δύο ομάδων. Επίσης, έτυχε φορές που τα υπόλοιπα γήπεδα (Προμαχώνας, English School κλπ) να ήταν βρεγμένα, και να δούμε προπονήσεις του ΑΠΟΕΛ στο μισό γήπεδο και συγχρόνως της Ομόνοιας στο άλλο μισό! Επίσης εξωπραγματικό σενάριο για τα σημερινά δεδομένα.

Και μέσα σε όλα αυτά, εμείς να τρέχουμε τριγύρω.

spaiksΘυμάμαι με πόση περηφάνεια φόρεσα για πρώτη φορά παπούτσια με καρφιά. Που να ήξερα τότε, ότι θα άνηκα στην τελευταία γενιά που φόρεσε σπαϊκς σε χωμάτινα γήπεδα. Τα καρφιά μας ήταν τεράστια σε σχέση με τα σημερινά. Αν έβρεχε κιόλας μάζευαν λάσπη από το κόκκινο χώμα του στίβου, και την οποία αν δεν καθαρίζαμε με το που πηγαίναμε σπίτι και την αφήνανε να ξεραθεί, τα παπούτσια την επόμενη μέρα γίνονταν 1-2 κιλά πιο βαριά.

Η δε «αίθουσα βαρών» μόνο αίθουσα δεν ήταν!

Απλά σε μια γωνιά του γηπέδου, μεταξύ των δύο κερκίδων, υπήρχε ένας χώρος με με κάγκελα γύρω-γύρω , και από πάνω υπήρχε μια στέγη με τσίγγους. Όλες οι μπάρες και τα βάρη ήταν σκουριασμένα από τις βροχές. Κανένα πρόβλημα για τους αθλητές της τότε εποχής. Δεν θυμάμαι κανένα να φόραγε ειδικά γάντια, παπούτσια, ζώνες κλπ. Σε αυτό το χώρο, διαστάσεων όσο ένα κανονικό δωμάτιο σπιτιού, μπορεί να υπήρχαν συγχρόνως πάνω από 8-10 άτομα κάνοντας τις ασκήσεις τους. Κάποιες από αυτές θα έκαναν νομίζω τους σημερινούς προπονητές να τραβούν τα μαλλιά τους, αφού κρίθηκαν ακατάλληλες προ πολλού.

Μια άλλη ανάμνηση που μου έρχεται στο μυαλό, μιας και ανάφερα πιο πάνω τους αντοχητζήδες, ήταν και κάποιοι μαραθώνιοι της τότε εποχής που έτυχε να παρακολουθήσω. Τότε στο άθλημα του μαραθωνίου λάμβαναν μέρος μόνο αθλητές από συλλόγους, δεν υπήρχε η έννοια «λαϊκός αθλητισμός» όπως σήμερα, όπου σημασία έχει η συμμετοχή και όχι η νίκη.

Οι χειρότεροι αθλητές τότε που έτρεχαν μαραθώνιο, τερμάτιζαν το πολύ κοντά στις 3 ώρες. Δεν θυμάμαι ακριβώς πιά χρονιά, ίσως το 87 ή το 88, δημιουργήθηκε ο πρώτος σύλλογος ερασιτεχνών δρομέων στη Κύπρο, ο σύλλογος «Περικλής Δημητρίου». Στην αρχή συνάντησαν αρκετή αντίσταση από την ΚΟΕΑΣ στο να επιτρέπεται η συμμτοχή και μη ανταγωνιστικών αθλητών από τον ερασιτεχνικό αυτό σύλλογο στον Παγκύπριο Μαραθώνιο. Κάποια χρονιά, (ίσως αρχές του 90), δώθηκε και σ’ αυτούς το πράσινο φως, και έτσι μαζεύτηκαν στη γραμμή εκκίνησης τη μέρα του αγώνα πέραν των 50 αθλητών, αριθμός πρωτόγνωρος για τα τότε δεδομένα.

Η εκκίνηση ήταν από το παλιό στάδιο ΓΣΠ, η διαδρομή ήταν δύο μεγάλοι γύροι της πόλης 21 χιλιόμετρα περίπου ο καθένας, και τερματισμός ξανά στο ΓΣΠ.

Τερμάτισαν οι πρώτοι αθλητές, έκαναν την αποθεραπεία και το ντους τους, και όπως γινόταν πάντα έγιναν και οι απονομές. Γύρω στις 3 ώρες και 15 λεπτά μετά την εκκίνηση, δεν υπήρχε κανείς στο γήπεδο. Το αποκορύφωμα ήταν ότι έκλεισε και η μεγάλη πόρτα εισόδου του γηπέδου.  Συμπτωματικά, ο δρόμος για να επιστρέψω σπίτι μου ήταν μέρος της διαδρομής του αγώνα. Σε αυτό το δρόμο λοιπόν, συνάντησα αθλητές που εκείνη τη στιγμή ήταν στο 37 – 38 χιλιόμετρο του αγώνα τους,  λίγα χιλιόμετρα δηλαδή πριν τον τερματισμό. Τότε δεν νομίζω να ευαισθητοποιήθηκα καθόλου, πιθανόν μάλιστα να είπα από μέσα μου, «τι γυρεύουν αυτοί οι γέροι να τρέχουν μαραθώνιο;»

Με τα χρόνια όμως, και ειδικά τώρα που είμαι στην ηλικία ή και μεγαλύτερος από αυτούς τους «γέρους», νοιώθω τύψεις που, έστω και ένα άτομο, έστω εγώ, δεν επέστρεψα να χειροκροτήσω αυτά τα άτομα, που εκτος των άλλων άνοιξαν το δρόμο για τον «λαϊκό αθλητισμό» στη Κύπρο. Δεν μπορώ να φανταστώ την απογοήτευση που θα ένοιωσαν όταν πήγαν και βρήκαν τη πόρτα κλειστή, και θα πρέπει να έψαχναν πλαϊνά πορτάκια να μπούν στο γήπεδο,  ντροπιασμένοι την μέρα του θριάμβου τους.  Ευτυχώς οι πλείστοι από αυτούς, πεισματάρηδες μαραθωνοδρόμοι καθώς ήταν, επανήλθαν ξανά και ξανά, κερδίζοντας κάποια στιγμή το σεβασμό από όλους και εδραιώνοντας το δικαίωμα συμμετοχής για όλους.

Τα δε Σαββατοκύριακα, το γήπεδο είχε τη τιμητική του. Στους αγώνες ποδοσφαίρου, πρόλαβα μια εποχή που δεν υπήρχαν οπαδικές κερκίδες και ο καθένας καθόταν όπου ήθελε. Υπήρχε μια ευγενής άμιλα μεταξύ ποδοσφαιριστών και οπαδών, καμία σχέση με τη σημερινή κατάσταση. Στα ταμεία, δούλευαν εκτος από τους υπαλλήλους των ομάδων και αθλητές του ΓΣΠ, κάτι που εξασφάλιζε σε μας τους υπόλοιπους δωρεάν είσοδο για όλα τα παιγνίδια. Ο κόσμος πήγαινε και έφευγε παρέα, ανεξαρτήτου ομάδας.

Αυτά τα ωραία συνέβαιναν την τότε εποχή. Εποχή που, μέσα από τις δυσκολίες που υπήρχαν ανέδειξε όπως είπα κορυφαίους αθλητές και ποδοσφαιριστές.

Εποχή που θυμάμαι με νοσταλγία, και που είμαι πολύ περήφανος που πρόλαβα και την έζησα.

Κάθε φορά τώρα που περνώ από την γειτονιά εκείνη, και βλέπω το τότε περήφανο στάδιο να έχει μετατραπεί σε παρκινγκ, πάντα με πιάνει ένα σφίξιμο. Αυτό το σφίξιμο είμαι σίγουρος ότι το νοιώθουν όλοι όσοι έζησαν το στάδιο στις δόξες του, όπως πρόλαβα να το ζήσω και γω.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: