christostriathlon

ΠΕΡΙ ΤΡΙΑΘΛΟΥ,ΚΟΛΥΜΒΗΣΗΣ, ΠΟΔΗΛΑΣΙΑΣ, ΤΡΕΞΙΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΟΤΙ ΑΛΛΟΥ ΑΠΟ ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ ΑΠΟΨΗΣ ΜΟΥ ΚΙΝΕΙ ΤΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ

Κερύνεια 1974-1976: Η αφήγηση της κυρίας Στέλλας Σπύρου στο γιό μου Στέφανο

Ξεφεύγω τελείως σήμερα από την συνηθισμένη μου θεματολογία,  θεωρώ όμως όχι μόνο υποχρέωση αλλά και καθήκον μου, αυτά τα συγκλονιστικά βιώματα που μοιράστηκε μαζί με το γιό μου η κ. Στέλλα Σπύρου να τα δημοσιοποιήσω.

Όταν έγινε η τουρκική εισβολή ήμουν 6 χρονών και πήγαινα στη πρώτη τάξη του δημοτικού Έγκωμης. Στην τετάρτη τάξη ήρθε στη τάξη μας ένα ντροπαλό και σχεδόν αμίλητο αγόρι, ο Γλαύκος ο οποίος εξελίκτηκε σε έναν από τους καλύτερους μου φίλους. Ο Γλαύκος, όταν τελειώσαμε τη στρατιωτική μας θητεία μετανάστευσε στην Αμερική, όπου διαπρέπει σαν ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στο χώρο της μουσικής jazz. Μπορείτε να ψάξετε στο ίντερνετ το όνομα του, Glafkos Kontemeniotis για να δείτε τη δράση του στο χώρο αυτό.

Μεγάλωσαμε κυριολεκτικά ο ένας στο σπίτι του άλλου. Η κυρία Στέλλα Σπύρου είναι η μητέρα του Γλαύκου και του αδελφού του Φοίβου, ο οποίος επίσης είναι φίλος μου από τότε, και μάλιστα αποτελεί το νεώτερο μέλος της προπονητικής μου ομάδας.

Μέσω του Γλαύκου και του Φοίβου, ο 9χρονος γιός μου Στέφανος γνώρισε την κ. Στέλλα. Πιθανόν λόγω του γεγονότος ότι δεν είχε την τύχη να μεγαλώσει και να νοιώσει πως είναι να έχεις γιαγιά (τόσο εγώ όσο και η γυναίκα μου χάσαμε νωρίς τις μητέρες μας) θεωρεί την κ. Στέλλα κάτι σαν γιαγιά του.

Πολύ φυσικό λοιπόν, όταν η δασκάλα του στο σχολείο τους ζήτησε σαν εργασία να πάρουν συνέντευξη από κάποιον που έζησε κάποια γεγονότα της εισβολής, μου ζήτησε να πάρει συνέντευξη από την κ. Στέλλα. Με χαρά η κυρία Στέλλα μας δέκτηκε, και την μαγνητοφωνημένη της συνέντευξη μεταφέρω ταπεινά πιο κάτω, με μεγάλη περηφάνεια που γνωρίζω αυτόν τον άνθρωπο:

Ένα πρωινό ξυπνήσαμε και είδαμε τανκς έξω από το σπίτι μας τη Κερύνεια να περνούν. Ο Γλαύκος και ο Φοίβος δεν καταλάμβαιναν τι γινόταν και γελούσαν νευρικά. Ήταν ήσυχα σαν το λάδι, τελευταίου τύπου, κυλούσαν αθόρυβα. Δεν ξέραμε τι συνέβηκε. Μας έπαιρναν τηλέφωνο συγγενείς από τη Λεμεσό, τα τηλέφωνα λειτουργούσαν ακόμα, για να μας ρωτήσουν τι γίνεται, ήρθαν οι Τούρκοι;

Τους έλεγα ότι είμαστε στο σπίτι μας και για τα τανκς, με ρώταγαν μήπως είναι ελληνικά;

Μήπως έχουν ελληνική σημαία από πίσω;

Όχι τους απάνησα, ούτε ελληνική σημαία ούτε τίποτα. Είναι κάτι τουρκαλλάδες, μελαψοί, βαμένοι και με κράνη παραλλαγής και πήγαιναν προς τα ανατολικά.

Ούτε πυροβολισμός ακούστηκε ούτε τίποτα Είχε αρχίσει ήδη η εισβολή αλλά εμείς δεν τα ξέραμε αυτά. Στη συνέχεια άρχισαν να ακούγονται εκρήξεις. Βομβαρδίστηκε η θάλλασα όπου βυθίστηκε η ακταιωρός, το κάστρο της Κερύνειας.

Βυθίστηκε ακταιωρός κυρία Στέλλα;

Ναι με 5-6 νεκρούς, νέα παιδιά, κάποια από τα οποία συγγενείς μου, τα οποία ήταν ναυτοπρόσκοποι και υπηρετούσαν την στρατιωτική τους θητεία στο ναυτικό.

Εν’ τω μεταξύ, μου τηλεφώνησαν από το γυμνάσιο της Κερύνειας και μου είπαν ότι είμαστε από την Πολιτική Άμυνα, και μαζεύουμε τρόφιμα για τους στρατιώτες, έλα να μας βοηθήσεις.

Αμέσως έτρεξα, μιλάμε ήταν η πρώτη μέρα της εισβολής. Τα παιδιά έμειναν σπίτι με τη γιαγιά, ενώ ο πατέρας μου έλειπε στη δουλειά, και τον περιμέναμε να επιστρέψει.

Πήγα και ήμουν εκεί μέχρι που νύκτωσε. Εκείνη την ώρα γίνονταν οι μάχες στον Άγιο Ιλαρίωνα, όπου κάποιοι δικοί μας προχώρησαν και οι Τούρκοι τους βομβάρδιζαν με τα αεροπλάνα.

Εγώ είχα την έννοια των μωρών, λέω «θα φύγω να πάω σπίτι».

Μην πας Στέλλα, μου είπαν οι άλλοι γιατί δεν ξέρουμε τι γίνεται, μείνε το πρωϊ, και μόλις πάς να μας τηλεφωνήσεις ότι έφτασες καλά.

Μείναμε λοιπόν τη νύκτα στο γυμνάσιο, όλοι κάτω από τα θρανία μέχρι που ξημέρωσε. Κατά τη διάρκεια της νύκτας, έρχονταν συνεχώς στρατιώτες στο υπόγειο του γυμνασίου όπου ήμασταν και έπαιρναν φαγητά, τα οποία είχαμε μαζέψει από τον κόσμο, και επέστρεφαν στα φυλάκια τους.

Η ώρα 5 το πρωϊ ξεκίνησα τρέχοντας να πάω σπίτι μου, το οποίο ήταν κοντά στην Μητρόπολη, λίγο πίσω από το γυμνάσιο. Μόλις έφτασα σπίτι τους τηλεφώνησα όπως υποσχέθηκα.

Με ρώτησαν «δεν είδες τίποτα»;

Τι να δώ;

«Μια περίπολος, την ώρα που βγήκες πέρναγε από το δρόμο», και αν με έβλεπε μπορεί να με σκότωναν. Φτηνά τη γλύτωσα.

Μείναμε Τρίτη, Τετάρτη σπίτι μας, χωρίς νερό και χωρίς τηλέφωνο, το οποίο στο μεταξύ κόπηκε, και χωρίς ηλεκτρισμό, διότι τα έκοψαν οι Τούρκοι. Τα φαγητά άρχισαν να λείφκουν, έσφαξε η μάμα μου δύο περιστεράκια για τον Φοίβο και το Γλαύκο για να φαν. Εγκλωβιστήκαμε στο σπίτι μας, χωρίς επικοινωνία, μόνοι μας, αφού όλος ο κόσμος είχε φύγει.

Εν’ τω μεταξύ, μετά από τα τανκς, το βράδυ, βλέπαμε αυτοκίνητα να φεύγουν προς ανατολάς, προς το Μπελλαμπαις, σιωπηλά, με σβηστά φώτα. Όχι προς το Πέντε Μίλι το σημείο όπου έγινε η απόβαση των Τούρκων αλλά αντίθετα. Ήταν δικοί μας που έφευγαν.

Μείναμε λοιπόν σπίτι, και την Πέμπτη, την Παρασκευή οι γονείς μου, τα παιδιά μου και εγώ. Εγώ είχα την ευθύνη, και το βράδυ ξαγρυπνούσα στο σαλόνι, όπου έφερα τα κρεβατάκια του Φοιβου και του Γλαύκου. Μαζί μας κοιμόταν και η σκυλίτσα μας, η οποία κατάλαβε ότι κάτι παράξενο συμβαίνει και δεν γαύγιζε. Καθόταν δίπλα μου με τεντωμένα αυτιά και κουμπούσε πάνω μου. Κουμπούσα και εγώ πάνω σε ένα μπαούλο, επίσης με τεντωμένα αυτιά. Παρασκευή πρωϊ ακούσαμε ήχους από τζάμια που έσπαζαν. Αρχίσαν οι λεηλασίες στο δρόμο που μέναμε, ο οποίος ήταν κεντρικός δρόμος.

Δίπλα ήταν το κατάστημα του Αρρή Καρυόλου, αυτού που ανακάλυψε το καράβι της Κερύνειας. Μπήκαν οι Τούρκοι μέσα, είδαν ότι ήταν ψαροντούφεκα τα οποία δεν τους ενδιέφεραν, και τα έριξαν στην πόρτα μας, η οποία ήταν από τζάμι.

Πάγωσα εκείνη τη στιγμή, ένοιωσα τα πόδια μου να λύνονται. Ήταν η μόνη στιγμή που φοβήθηκα. Την ίδια ώρα, είδα ένα χέρι να μπαίνει από το σπασμένο τζάμι.

Αυτό ήταν σκέφτηκα, μπαίνουν τώρα οι Τούρκοι. Πρόσεξα τότε ότι είχε πάνω ένα περιβραχιόνιο μπλέ. Ήταν από τα Ηνωμένα Έθνη.

“Anybody there?” άκουσα μια φωνή.

“Yes” φώναξα. Με τις φωνές ξύπησαν και οι υπόλοιποι. Τρέξαμε στη πόρτα και ήταν ένας στρατιώτης των Ηνωμένων Εθνών, με το μπλέ σκουφί του.

Έρχεται στρατός μας είπε, και“for a couple of days” θα μένετε στο ξενοδοχείο DOME μέχρι να περάσει ο στρατός. Πήρα μαζί μου τις πυτζάμες των μωρών, οδοντόβουρτσες σε ένα σακκουλάκι, το σκυλάκι μας, και μπήκαμε μαζί τους στο τζιπ, που ήταν και η σωτηρία μας.

Μπαίνουμε στο DOME και βλέπουμε χίλιους Κερυνειώτες.

Τι γίνεται κυρία Ελένη; Που είσασταν τόσο καιρό;

Αυτοί, κατάλαβαν από τη πρώτη ημέρα ότι κάτι συνέβαινε και πήγαν στο DOME, όπου από στόμα σε στόμα διαδώθηκε στο κόσμο ότι μαζεύονταν εκεί. Ο λόγος είναι ότι το ξενοδοχείο είχε δικό του νερό και δική του ηλεκτρική γεννήτρια.

Πήγαμε λοιπόν εκεί, και ο παπάς μου ο οποίος ήταν ο μάγειρας του ξενοδοχείου, δούλευε δηλαδή εκεί, μπήκε αμέσως στη κουζίνα του, και άρχισε να μαγειρεύει για τον κόσμο, σαν να μην έλειψε καθόλου.

Ο εγγονός του ιδιοκτήτη του Κατσελλή είχε οργανώσει μια επιτροπή και ανάθεσε σε όλους αρμοδιότητες. Άλλοι έπλεναν πιάτα, άλλοι έβαζαν σε τάξη τον κόσμο και τους έδιναν δωμάτια στο ξενοδοχείο κλπ.

Μείναμε δώδεκα μήνες, ένα χρόνο, μέσα στο ξενοδοχείο. Τα μωρά παίζαν φυσικά, δεν καταλάμβαιναν τι γινόταν, οι μαμάδες με τον κροσέ τους έπλεκαν ενώ εμείς οι νέες είμασταν πανικόβλητες, αφού δεν ξέραμε τι θα γίνει. Η ώρα 6 έπρεπε να μπαίνουμε στα δωματια μας.

Στο μεταξύ, στην είσοδο του ξενοδοχείο όταν μας πήραν ήταν ο Ερυθρός Σταυρός. Ύστερα ήρθαν τα Ηνωμένα Έθνη, και ύστερα Τούρκοι. Μας φρουρούσαν Τούρκοι.

Από εκεί βλέπαμε την λεηλασία της Κερύνειας. Βλέπαμε απέναντι να σταματούν αυτοκίνητα, να μπαίνουν στα σπίτια, να βγάζουν πράγματα και να τα βάζουν στα αυτοκίνητα. Απέναντι από το ξενοδοχείο είχε ένα κομμωτήριο. Ήρθε μια, κατέβασε την πινακίδα που έγραφε Αμερικεν και έβαλε μια στη θέση της που έγραφε Unal. Απέναντι ένας Τούρκος κράταγε μια κρέμα Nivea για τα χέρια και την έτρωγε, δεν ήξερε τι ήταν. Σκέφτου τι βλέπαμε κάθε μέρα. Από εκεί, βλέπαμε επίσης και τις σχεδίες, τις οποίες φόρτωναν με αιχμαλώτους τους οποίους πήγαιναν στην Τουρκία. Το ξενοδοχείο ήταν παράλιο και απείχε μόλις 40 ναυτικά μίλια από την Τουρκία, και εμείς τα βλέπαμε όλα αυτά.

Μια μέρα, ήρθαν οι Τούρκοι και συνέλαβαν αιχμαλώτους νέα παιδιά από το ξενοδοχείο. Δεν ήταν εν’ ώρα πολέμου, τους συνέλαβαν από το ξενοδοχείο, παιδιά 16 χρονών, κάποια από τα οποία χάθηκαν, δεν επέστρεψαν ποτέ, κάποια επέστρεψαν.

Ήρθαν μια μέρα ο Κληρίδης με τον Ντεκτάς, 5-6 μήνες μετά που ήμασταν εγκλωβισμένοι να μας δούν ας πούμε. Συγκεντρωθήκαμε στην τραπεζαρία και ο Κληρίδης στάθηκε και είπε « Ποιοί θέλουν να φύγουν»;

Εμείς περιμέναμε τόσο καιρό εκεί για να πάμε στα σπίτια μας, περιμέναμε να μας πεί «θέλετε να πάτε στα σπίτια σας, σε συνθήκες ασφαλείας κλπ;» ενώ αυτός μας ρώτησε ποιοί θέλουν να φύγουν.

Κάποιες νεαρές, κάποιοι που απελπίστηκαν τόσουν μήνες είπαν «εμείς, εμείς».

Έτσι άρχισε η ανταλλαγή. Άρχισαν να έρχονται Τούρκοι και να φεύγουν οι δικοί μας. Μετά έγινε ανταλλαγή αιχμαλώτων, και σιγά-σιγά άρχισε να φεύγει ο κόσμος. Στους δώδεκα μήνες μείναμε 33 άνθρωποι. Ήταν ο εγγονός του Κατσελλή ο Κωστάκης, κάποιος υπάλληλος του, εγώ, κάποιοι ηλικιωμένοι, και δύο μωρά, τα μωρά μου, ο Φοίβος και ο Γλαύκος.

Οι Τούρκοι όμως περίμεναν να φύγουμε και εμείς, ολόκληρο ξενοδοχείο και να το κρατούν 33 άτομα δεν γίνοταν.

Εν΄τω μεταξύ, άρχισαν οι συνομιλίες Κληρίδη-Ντεκτας, και ανακοίνωσαν ότι θα λειτουργήσουν γυμνάσια στα κατεχόμενα. Εγώ τότε δεν είχα ακόμα διοριστεί και δήλωσα ότι αν θα λειτουργήσουν γυμνάσια στα κατεχόμενα θέλω να δουλέψω, αφού μένω εδώ.

Δεν δεχόμουν να φύγω, πάντα δηλώναμε ότι θέλουμε να μείνουμε στο σπίτι μας.

Στέλνουμε λοιπόν το μύνημα μέσω του Ερυθρού Σταυρού στο Υπουργείο Παιδείας, ότι αν θα λειτουργήσουν γυμνάσια στα κατεχόμενα θέλω να δουλέψω εδώ.

Μου ήρθε μύνημα από το Υπουργείο Παιδείας ότι «διορίζεστε στο Μπελλα-Μπαις.»

Γυμνάσιο όμως δεν υπήρχε στο Μπελλα-Μπαις, τι θα γίνει; Αναρωτήθηκα.

Αυτός ο διορισμός ήρθε μέσω των Τούρκων, και του είπα εντάξει, αλλά θα με παίρνετε στο Μπελλα-Μπαις, και θα με φέρνετε το μεσημέρι, να βλέπω τα παιδιά μου, και να με παίρνετε ξανά την άλλη μέρα.

Την άλλη μέρα ήρθε ο Τούρκος και μου είπε, και εσύ κυρία Στέλλα και ούλλοι, βάρτε τα πράγματα σας σε σακκούλια να σας πάρουμε στο Μπελλα-Μπαις.

Στο μεταξύ, ξέχασα να σας πω, στο διάστημα που ήμασταν εκεί, κάποιες φορές, μας έπαιρναν οι Τούρκοι, τάχα μου, κάποιες κοπέλλες που είχαμε μωρά, στο σπίτι μας για να πιάνουμε πράγματα για τα μωρά.

Την πρώτη φορά που πήγα με τον παπά μου, με συνοδό ένα Τούρκο, όλα τα συρτάρια του σπιτιού ήταν ανοικτά, όλα, πέρασε ο στρατός και κοίταζε για χρήματα ή χρυσαφικά.

Την δεύτερη φορά που πήγα με τη μάμα μου, μέσα στο σπίτι μας είχε άλλα των άλλων έπιπλα. Φαίνετε άρχισε η εγκατάσταση. Την άλλη φορά που πήγα είχε μέσα στο σπίτι μας μια Τουρκού με τα αγοράκια της. Πήγα εγώ στο σπίτι μου και μου είπε «τι να σας κεράσουμε; Μας πήραν από το Αρμενοχώρι της Λεμεσού και μας έφεραν εδώ» Δεν έφταιγε η κοπέλλα, αλλά σκέψου πως ένοιωθα, πήγα στο σπίτι μου και με υποδέκτηκε μια ξένη, και με κέρασε λεμονάδα μέσα στα ποτήρια μας. Μπαίνω στο σαλόνι, ήταν το πιάνο μου εκεί, μαζί με άλλα έπιπλα, που δεν ήταν δικά μας.

Της λέω «μην δώσεις το πιάνο, όταν φύγουμε θα στείλω να το πάρουν».

«Θα έρθει σε λίγο κάποιος να το πάρει, και να μου φέρει μια τηλεόραση στη θέση του» μου είπε.

Ο Φοίβος και ο Γλαύκος βγήκαν έξω στον κήπο, τον οποίο πριν λίγο καιρό επαίζαν, και μέσα στα χόρτα βρήκαν τα παιγνίδια τους, κάτι αυτοκινητάκια. Πήραν τα παιγνίδια τους και έβλεπαν με άγριο ύφος τα τουρκάκια. Πήρα και εγώ τα παιδιά μου, τον ένα από το ένα χέρι και τον άλλο από το άλλο, έφυγα και δεν γύρισα πίσω, ήξερα ότι αντίκρυσα το σπίτι μου για τελευταία φορά.

Ξεκινήσαμε λοιπόν με το λεωφορείο το μικρό και φτάσαμε στο Μπελλα-Μπαις. Εκεί, μας υποδέκτηκαν οι χωριανοί.

«Ποιοί είσαστε;» μας είπαν.

Είμαι η δασκάλα που θα διδάσκω εδώ.

«Διώξαν το παπά» μου είπαν.

Πρωτύτερα, στο γυμνάσιο και στο δημοτικό στο Μπελλα-Μπαις δίδασκε ένας ιερέας, ο παπα-Χαράλαμπος, και έτσι εγώ πήγα να συνεχίσω το έργο του.

Στο Μπελλα-Μπαις έμειναν κάμποσοι δικοί μας, στα σπίτια τους τα πλάσματα, με τα έπιπλα τους με όλα.

Αρχίσαμε δουλειά, γράψαμε στο Υπουργείο Παιδείας και μας έστειλαν βιβλία, μολύβια, τετράδια, χρωματιστά, νερομπογιές, αρχίσαμε δουλειά.

Υπήρχαν εκεί παιδιά που τελείωσαν από το γυμνάσιο Κερύνειας, και ο Λάμπρος Λάμπρου, που ήταν του πρακτικού, δίδασκε Μαθηματικά, εγώ Φιλολογικά, κάποιες άλλες κοπέλλες ανάλαβαν τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, και στο γυμνάσιο εγώ.

Πρόσεξα ότι τα παιδιά, την ώρα της ζωγραφικής, δεν χρησιμοποιούσαν χαρούμενα χρώματα, μόνο μπλε, μαύρο βυσσινί και ζωγράφιζαν αεροπλάνα, τανκ κλπ. Ενώ μέσα στην αυλή του σχολείου κυμάτιζε μια σημαία τούρκικη.

Μου έδωσαν ένα σπίτι απέναντι από το σχολείο, το οποίο όμως ήταν πολύ μακρυά από το χωριό. Εγώ πήγα και άρχισα να το καθαρίζω. Σαν το καθάριζα, θωρώ ένα μεγάλο θερκό (φίδι). Ήταν το στοιχειό του σπιτιού, αυτό που πρόσεχε το σπίτι. Φοβήθηκα πολύ και πήγα στον κοινοτάρχη που ήταν δικός μας, και του είπα κύρια Άνθιμε δεν μπορώ να μείνω σε αυτό το σπίτι και αν μπορείτε να μας δώσετε άλλο σπίτι.

Μας έδωσαν ένα σπίτι το οποίο άνηκε στον Λώρενς Νταβιε, του συγγραφέα του εγγλέζου που έμενε στο Μπελλα-Μπαις.

Αρχίσαμε δουλειά με τα παιδιά. Ήθελαν τόσο πολύ να μαθαίνουν, με μια προθυμία, μια διάθεση.

Οι Τούρκοι όμως έβλεπαν ότι ο κόσμος δεν έφευγε, ήθελε να μείνει. Άρχισαν λοιπόν να μας εκβιάζουν. Η χαρά μας ήταν όταν έρχονταν κάθε 15 μέρες τα Ηνωμένα Έθνη και μας έφερναν τρόφιμα από τη Λευκωσία. Συγκεντρωνόμαστε στη πλατεία του χωριού, και μας έδιναν με τη σειρά λάδι, τυρί, μακαρόνια, όσπρια κλπ. Το Πάσχα μας έφεραν κοτοπουλάκια. Τα μεγαλώσαμε, το σπίτι που ήταν ωραίο, με κήπο.

Η ώρα 6 πάλι έπρεπε να μπαίνουμε σπίτι.

Ο Φοίβος και ο Γλαύκος είχαν αφηνιάσει, γυρίζαν το χωριό, τους κήπους γιατί μετά από ένα χρόνο κλεισμένοι στο DOME ήθελαν να γυρίζουν συνεχώς. Γνώρισαν άλλα παιδιά και έπαιζαν. Κάποια στιγμή πήγαν σε ένα σπίτι που ο ιδιοκτήτης του είχε χοίρους στην αυλή. Ο Φοίβος και ο Γλαύκος ανοίξαν την καγγελόπορτα και έφυγαν οι χοίροι και έτρεχαν στο χωριό.

«Τα μωρά της δασκάλας εξαπολύσαν τους σχοίρους του Φράγκου» διαδώθηκε στο χωριό. Ντράπηκα πολύ, τι να κάμω; «Δεν πειράζει» μου είπε ο άνθρωπος, «κόρη μου, εν μωρά».

Του είπα επειδή αυτοί ήταν τόσους μήνες κλεισμένοι στο ξενοδοχείο, είδαν τους χοίρους κλεισμένους και τους ελευθέρωσαν.

Γυρίζαμε στο χωριό και τους μαζέψαμε ξανά.

Αυτά ήταν κάποια από τα ευτράπελα της διαμονής μας εκεί. Περνούσαμε όμως σκλαβιά, παρόλο που ήταν ωραίο το χωριό. Βγαίναμε στο Αββαείο και από κάτω φαινόταν η Κερύνεια. Κάθε απόγευμα κάναμε περίπατο και βλέπαμε την Κερύνεια.

Ερχόταν και ένας  γιατρός για να βοηθήσει τους ηλικιωμένους, να φέρει χάπια κλπ.

Στο μεταξύ εγώ είχα μάθει να βάζω ενέσεις στο DOME, γιατί είχε μια κυρία διαβητική, και ο γιατρός ο Ξάνθος και ο φαρμακοποιός πριν να φύγουν, τους διώξαν και εκείνους, με μάθανε να βάζω ενέσεις.

Οπότε μετά στο Μπελλα-Μπαις όποιος χρειαζόταν να βάζει ενέσεις, του τις έβαζα εγώ.

Αυτές τις ενέσεις μου τις έστελνε μια θεία μου κρυφά, και ένας γιατρός που έμενε εκεί, ο δρ Φρειζερ μας έκανε τον ταχυδρόμο.Δεν επιτρέπονταν γράμματα τότε, μόνο μυνήματα μέσω του Ερυθρού Σταυρού.

Ο δρ Φρειζερ, με ένα αυτοκινητούδι, ένα φολκςβακεν, έφερνε και γράμματα από τους συγγενείς.

Το πήραν είδηση όμως οι Τούρκοι, και μια καλή πρωϊα δεν του επέτρεψαν να ξαναγυρίσει στο Μπελλα-Μπαις.

Το 1975 το Χειμώνα χιόνισε, κάτι πρωτοφανές για το Μπελλα-Μπαις, να βλεπεις τις πορτοκαλιές γεμάτες χιόνια, τους κάκτους χιονισμένους, ήταν μια μαγική εμπειρία.

Η Άνοιξη που ακολούθησε ήταν μια εκρηξη ανθοφορίας. Ακόμα και οι πέτρες άνθισαν. Το Αββαείο γέμισε σκυλάκια και κυκλάμινα. Όλα τα περιβόλια γέμισαν κυκλάμινα. Δεν υπήρξε ξανά τέτοια Άνοιξη στο Μπελλα-Μπαις, ήταν σαν να ήταν η τελευταία μας, πικρή Άνοιξη.

Είπα στα παιδιά να τους πάρω εκδρομή. Που ήταν η εκδρομή; Τους πήρα στα χωράφια, δίπλα από το σχολείο, κάτω από το Αββαείο.

Τους είπα «μαζέψετε κυκλάμινα παιδιά, να τα στείλουμε σε ένα σχολείο στη Λευκωσία».

Πραγματικά τα μωρά ξαπολύθηκαν εκεί στους κήπους και στα περιβόλια και μάζεψαν κυκλάμινα. Εγώ ήξερα ότι την επόμενη μέρα θα έρθουν τα Ηνωμένα Έθνη να μας φέρουν τρόφιμα, και θα έστελνα τα κυκλάμινα, από το σχολείο μας σε ένα σχολείο στη Λευκωσία.

Πιάνω τα κυκλάμινα εγώ, βάλω τα σε μια πετσέτα της κουζίνας, που συμπτωματικά ήταν γαλάζια και άσπρη, και τα έβαλα σε ένα καλαθάκι.Το πρωί πήγαμε εκεί που θα έρχονταν οι ΟΗΕδες, βρήκα έναν, και του λέω «σε παρακαλώ να πάρετε αυτά τα κυκλάμινα σε ένα σχολείο στη Λευκωσία, τα στέλνουν τα παιδιά».

Είδε με ο Τούρκος ο Χαλίλης και μου είπε «δεν ντρέπεσε, μορφωμένη κοπέλλα, δεν ξέρεις ότι πρέπει να πάρεις άδεια από εμένα για να πάρεις πράματα στη Λευκωσία»;

Λέω του «μα δεν είναι τίποτε κακό, είναι λουλούδια, ούτε όπλα, ούτε κάτι που πρέπει να παρω άδεια».

«Ατε, δώστα να πάσει».

Φύγανε τα κυκλάμινα, περάσαν 15 μέρες και δεν ξέραμε τι απέγιναν. Σε 15 μέρες όταν ήρθαν οι ΟΗΕδες να μας φέρουν ξανά τρόφιμα, μια θεία μου έκρυψε σε ένα κουτί NIVEA ένα απόκομμα εφημερίδας, η οποία έγραφε «Κυκλάμινα από το Μπελλα-Μπαις, τα σκλαβωμένα παιδιά έστειλαν κυκλάμινα».

Τα παιδιά χοροπηδούσαν από τη χαρά τους.

Αυτά συνέβηκαν το Μάρτιο, του 1976.

Οι Τούρκοι έβλεπαν ότι δεν είχαμε σκοπό να φύγουμε, και αρχίσαν και εκβιάζαν τον κόσμο. Ή θα φύγετε μόνοι σας, θα κάνετε αίτηση και θα φύγετε μόνοι σας με τα πράγματα σας, ή θα σας διώξουμε με τα ρούχα που φορείτε.

Μια μέρα πήραν κάποιους άντρες, τους νεότερους, στο Κάστρο της Κερύνειας, εδέραν τους, και εφέραν τους πίσω. Ήρθαν οι καημένοι, φοϊτσασμένοι.

Άρχισαν να μας κάμνουν διάφορα βασανιστήρια. Όταν έρχονταν τα τρόφιμα τα ανακάτωναν, αν ας πούμε ήταν λάδι το ανακώτωναν με μια βελόνα, την έβαζαν μετά χάμω, μετά ξανά την έβαζαν στο λάδι. Μας έκαναν πόλεμο νεύρων για να μας αναγκάσουν να φύγουμε.

Μια μέρα παραπονέθηκα όταν ήρθαν οι ΟΗΕδες.

«Ζούμε σαν τα ζώα, δεν μας επιτρέπουν να πηγαίνουμε ελεύθερα στην Κερύνεια αν χρειαζόμαστε κάτι, μόνο αν ήταν κάποιος άρρωστος έπρεπε να τον πάρει κάποιος αστυνομικός στο νοσοκομείο της Κερύνειας».

Εγώ συνόδευσα δύο αρρώστους στο νοσοκομείο, και μια φορά το Φοίβο που πόναγε το δόντι του. Τον πήγα στον Τούρκο γιατρό, και επείδή πόνεσε κλώτσησε τον γιατρό.

Στο μεταξύ άρχισε να φεύγει ο κόσμος. Σιγά, σιγά, σιγά.

Ήρθε ο Τούρκος ο Χαλίλης και είπε: την δασκάλα και τον παπά να τους αφήσουμε τελευταίους.

Έφευγε ο κόσμος, ενώ 28 Ιουνίου τέλειωνε και το σχολείο.

«Άτε κυρία Στέλλα» μου είπε ο Χαλίλης μια μέρα.

«Δεν θέλω να φύγω».

«Τότε να γίνεις Τούρκος υπήκοος».

Έτσι μαζέψαμε τα λίγα μας ρούχα σε μαύρα σακούλια, και αποχαιρετήσαμε το χωριό. Εν τω μεταξύ, όταν άρχισε να φεύγει ο κόσμος, εγώ έγραφα συνέχεια μυνήματα απελπισίας προς το Υπουργείο:

Κάνετε κάτι, πεθαίνει ένα χωριό την Άνοιξη.

Από τον Μάρτη ο κόσμος άρχισε να φεύγει.

Και ήταν πολύ θλιβερό παιδιά, όταν βλέπαμε, εμάς το σπίτι ήταν λίγο ψηλά, σιγά-σιγά να σβήνουν τα φώτα του χωριού, οι σκύλοι και οι γάτοι να έρχονται πιο πάνω, πιο πάνω, προς το σπίτι μας, και εμείς να μείνουμε, δυό μωρά, οι γονείς μου και εγώ.

Ο κόσμος έφευγε, με φορτηγά, οι μαθητές μου, οπότε έκλεισε το σχολείο. Έφυγε και ο ιερέας.

Το σκυλάκι μας, η Ροζίνα ήταν ακόμα μαζί μας.

Περάσαμε από την Κερύνεια με μια θλίψη, αφού ξέραμε ότι θα ήταν η τελευταία φορά που την βλέπαμε και φτάσαμε στο  Λήδρα Πάλλας, με το σκυλάκι μαζί μας.

Ένας εκεί από τους δικούς μας αστυνομικούς, λέει του παπά μου, όταν περάσετε πες τους ότι το σκυλάκι είναι δικό μου, εμένα δηλαδή του αστυνομικού, μην πείς ότι είναι δικό σου. Εν τω μεταξύ την είχαμε πεντακάθαρη τη σκυλίτσα, ελούναμε την με το λάστιχο, εμβόλια κλπ.

Ο παπάς μου όταν επεράσαμε, με αφέλεια, όταν τον ρώτησαν ποιού είναι τούτο το σκυλάκι, απάντησε «Εν δικό μας γιέ μου».

Μας το πήραν, και το έδεσαν πάνω σε ένα στύλο.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ το βλέμμα που μας έβλεπε όταν φεύγαμε. Η μάμμα μου δεν το ξεπέρασε.

Αγαπούσαμε το πολλά, έσωσε μας εκείνο το σκυλάκι, και επιάσαν μας το.

Μετά ήρθαμε απο δω, και αρχίσαμε από την αρχή την ζωή μας.

Με διορίσαν πρώτα στη Λευκωσία. Εγώ πρωτοδιόριστη, ίσως ήθελαν να με τιμήσουν που έμεινα. Εγώ έμεινα γιατί ήθελα, δεν με υποχρέωσε κανείς να μείνω. Με διόρισαν στο γυμνάσιο της Ακρόπολης. Εν τω μεταξύ τα ενοίκια ήταν πολύ ακριβά.

Είπα «ευχαριστώ, δεν μπορώ να μείνω στη Λευκωσία.»

Εν τω μεταξύ, ο παπάς μου βρήκε δουλειά στο Forest Park στις Πλάτρες.

Είπα «πιο γυμνάσιο είναι εκεί κοντά;»

Είπαν μου το Όμοδος. Ούτε ήξερα, ούτε ξαναπήγα ποτέ στο Όμοδος. Πήγαμε με ένα θείο μου στο Όμοδος, ρωτήσαμε για σπίτια, είπαν μου δεν νοικιάζουν σπίτια στο Όμοδος. Μπορείτε στις Πλάτρες να βρείτε σπίτια επιπλωμένα, και έτσι μείναμε στις Πλάτρες δύο χρόνια.

Κάποιες στιγμές που ζήσαμε στα δύο χρόνια που μείναμε πίσω γλιτώσαμε παρά τρίχα. Όπως εκείνη τη φορά που περνούσε η περίπολος, ή μια άλλη φορά, που σας είπα, που μας πήρε ο Τούρκος στο σπίτι μας με τη μάμα μου, ο Τούρκος αστυνομικός μιλούσε με ένα στρατιώτη. Δεν καταλαμβαίνω τούρκικα, αλλά κάτι του έλεγε και έδειχνε μέσα. Εμείς πήγαμε με τη μάμα μου να πάρουμε κάτι σεντόνια. Από το ύφος του κατάλαβα ότι, αν έμπαινα και εγώ μέσα, θα έβρισκαν ευκαιρία, δύο γυναίκες μόνες τους μέσα, να μας σκοτώσουν και να μην ακουστει τίποτα.

Τι θα έκαμνα; Αν έμπαινα μέσα, που ήταν η μάμα μου, θα με ακολουθούσαν και θα είμασταν μέσα και οι δύο μόνες μας. Σκέφτηκα εκείνη την ώρα, και ο τρόπος που φώναξα της μάμας μου «μάμα έλα έξω και φτάνει ότι έπιασες από το σπίτι, από το δωμάτιο σου, είναι αρκετό, έλα έξω». Κατάλαβε ότι κάτι συμβαίνει και μόλις με άκουσε βγήκε έξω και φύγαμε.

Ευχαριστούμε κυρία Στέλλα.

ΥΓ 1 Την ιστορία με τα κυκλάμινα, η οποία συγκίνησε το πανελλήνιο, την θυμάμαι αφού για πολλές μέρες ήταν στα πρωτοσέλιδα των τότε εφημερίδων.

ΥΓ 2 Η κ. Στέλλα Σπύρου εκτος από καθηγήτρια, είναι βραβευμένη λογοτέχνης και συγγραφέας.

Advertisements

9 Σχόλια

  1. haris ioannides

    συγκλονιστική αφήγηση…. κάτι τέτοια διαβάζεις και διερωτάσε γιατί αγχωνόμαστε σήμερα για 5 ψωροευρώ ….

    Μου αρέσει!

    • Όντως φίλε. Μεγάλωσα στο σπίτι αυτής της γυναίκας, και η Κερύνεια, αν και δεν έχω οποιαδήποτε σχέση, ήταν πάντα στη καρδία μου χάρη στη κυρία Στέλλα και αυτά που μας έλεγε. Σκέψου τι σκέφτεται κάθε φορά που ακούει για τα εκατομμύρια που ξοδεύονται σε καζίνο απο ελληνοκύπριους στην κατεχόμενη Κερύνεια.

      Μου αρέσει!

  2. Συγκλονιστικό… όσες ιστορίες και αν διαβάσει κανείς για τον πόλεμο, την κατοχή και το ξερίζωμα, το ίδιο συγκλονιστικό είναι όλες! Η καλύτερη εκτροπή από τα συνηθισμένα σου θέματα φίλε μου.

    Μου αρέσει!

    • Ευχαριστώ φιλενάδα, όντως και με στεναχωρεί πολύ που υπάρχουν τόσες άλλες που θα φύγουν με την γενιά εκείνη και δεν θα ακουστούν ποτέ

      Μου αρέσει!

  3. Ανώνυμος

    κ. Στέλλα ευχαριστούμε για ότι μας προσφερε στο κρυφό σχολείο του Πέλλα-Παις.
    Ο Θεός να σε έχει καλά

    Μου αρέσει!

  4. Ευαχαριστούμε κ. Στέλλα για ότι μας πρόσφερες στο κρυφο σχολείο του Πέλλα-Παις.
    Ο Θεός έχει καλά εσένα και την οικογένεια σου.

    Μου αρέσει!

    • Αγαπητή Μαρία, ευχαριστώ για το σχόλιο σου, αν θα σε ενδιεφερε να μιλήσεις προσωπικά με τη κ. Στέλλα, η οποία είμαι σίγουρος θα χαρεί πολύ να σε ακούσει, πες μου να σου στειλω στο email σου τα στοιχεια της, αφού τη ρωτήσω βέβαια και την ίδια

      Μου αρέσει!

      • Ανώνυμος

        Θα χαιρόμουν να έχω επικοινωνία με την κα Στέλλα.

        Μου αρέσει!

      • Μαρία στείλε μου σε παρακαλώ μύνημα στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο στο christoschr1@yahoo.com να σου δωσω το τηλέφωνο της να επικοινωνήσεις

        Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: