christostriathlon

ΠΕΡΙ ΤΡΙΑΘΛΟΥ,ΚΟΛΥΜΒΗΣΗΣ, ΠΟΔΗΛΑΣΙΑΣ, ΤΡΕΞΙΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΟΤΙ ΑΛΛΟΥ ΑΠΟ ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ ΑΠΟΨΗΣ ΜΟΥ ΚΙΝΕΙ ΤΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ

Oι Oλυμπιακοί Aγώνες στην αρχαιότητα

«Μηδ’ Ολυμπίας αγώνα φέρτερον αυδάσομεν»

Πίνδαρος

Ο αθλητισμός κατείχε εξέχουσα θέση στη ζωή των αρχαίων Ελλήνων. Ήταν απαραίτητη προϋπόθεση της προετοιμασίας για την υπεράσπιση της πατρίδας και τη συμμετοχή στην πολιτική ζωή. Σε κάποιες πόλεις-κράτη αποτελεί το μέσο απόκτησης της πολεμικής αρετής, η κατοχή της οποίας απαιτεί επίπονη άσκηση, ενώ σε κάποιες άλλες είναι το μέσο διαμόρφωσης του «καλού καγαθού» νέου που συνδυάζει τη σωματική δύναμη και ομορφιά με την πνευματική και ψυχική καλλιέργεια. Κανένας λαός σε ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο δεν αγάπησε με τέτοιο πάθος τον αθλητισμό και δεν ανέπτυξε το αγωνιστικό πνεύμα σε τόσο υψηλό βαθμό όσο οι Έλληνες. Η λέξη «αθλητής», που υιοθέτησαν και χρησιμοποιούν όλες οι ευρωπαϊκές γλώσσες, είναι ελληνική. Το αθλητικό ιδεώδες θα αναβιώσει στα τέλη του 19ου αιώνα. Η κεντρική ιδέα ήταν η διεξαγωγή αγώνων που θα περιλάμβαναν όλα τα αθλήματα και θα συμμετείχαν αθλητές από όλες τις χώρες του κόσμου. Και ποια άλλη χώρα θα μπορούσε να φιλοξενήσει τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες εκτός από τη χώρα που τους γέννησε, την Ελλάδα. Οι αθλητές που συμμετείχαν ορκίζονταν να σέβονται όλους τους κανόνες και να αγωνίζονται σύμφωνα με το αληθινό πνεύμα της ευγενούς άμιλλας για τη δόξα του αθλητισμού και την τιμή των ομάδων. Στην Ολυμπία βρίσκεται ο βωμός της ολυμπιακής φλόγας που κάθε τέσσερα χρόνια μεταφέρεται στην πόλη που φιλοξενεί τους αγώνες. Ύστερα από την επίκληση και τον ύμνο στο θεό Απόλλωνα, η ιέρεια κρατώντας την αναμμένη δάδα, εισέρχεται στο στάδιο και στη συνέχεια την παραδίδει στο δρομέα, για να ξεκινήσει το μακρύ ταξίδι της.

AΓΩNIΣTIKO ΠNEYMA

Οι Έλληνες δεν ήταν οι πρώτοι που επινόησαν τις παιδιές, ήταν όμως οι πρώτοι που τις ανύψωσαν σε αθλήματα. Το γνήσιο αγωνιστικό πνεύμα πρώτη φορά εμφανίζεται στους Αχαιούς και οι αγώνες δεν είναι απλές επιδείξεις προς τέρψιν των θεατών αλλά ανταγωνισμός, επίδειξη δύναμης και υπεροχής.

Διάφορα είδη παιδιών (αρχ. παιδιά<παίζω=διασκεδάζω με παιχνίδι, ομαδικά δηλαδή παιχνίδια) είναι βέβαια γνωστά και σε άλλους, αρχαιότερους από τους Έλληνες, λαούς. Ένα πλήθος έργων τέχνης αποδεικνύει ότι οι παιδιές ήταν γνωστές στους Αιγύπτιους και τους Μινωίτες.

Αγώνες και αθλοπαιδιές οργανώνονταν στα μινωικά ανάκτορα κατά τις ημέρες των γιορτών. Τα ταυροκαθάψια, η επικίνδυνη αυτή παιδιά που απαιτεί ευλυγισία και χάρη, είναι από τα πιο αγαπημένα θέματα της μινωικής τέχνης. Σκηνές ταυροπαιδιών, πάλης και πυγμής απεικονίζονται στο περίφημο ρυτό της Αγίας Τριάδας. Το γνήσιο όμως αγωνιστικό πνεύμα παρουσιάζεται για πρώτη φορά στους Αχαιούς, ένα δυνατό από τη φύση του έθνος. Τη δύναμη στο λαό αυτό συγκέντρωνε η αριστοκρατική τάξη που έπρεπε να διαθέτει πολεμική ικανότητα και σωματική ρώμη για να διατηρηθεί στην εξουσία. Σε μια τέτοια κοινωνία, όπου η μάχη είναι καθημερινή ανάγκη, η άσκηση και η άμιλλα για τη φυσική ικανότητα και ετοιμότητα δημιουργούν με τον καιρό τα πρώτα αγωνίσματα, το δρόμο, την πάλη, την πυγμαχία, το ακόντιο, το δίσκο. Η αρχαιότερη περιγραφή αγώνων απαντάται στον Όμηρο. Ο βασιλιάς της Φθίας Αχιλλέας για να τιμήσει το νεκρό φίλο του, τον Πάτροκλο, οργανώνει «Τα άθλα επί Πατρόκλω». Οι βασιλείς και οι ευγενείς, οι άριστοι των Ελλήνων, αγωνίστηκαν με τη σειρά στην αρματοδρομία, την πυγμή, την πάλη, το δρόμο, την οπλομαχία, το δίσκο, τη σκοποβολή με τόξο και το ακόντιο. Ο Όμηρος περιγράφει παραστατικά τους αγώνες που οργάνωσε στην αγορά ο βασιλιάς των Φαιάκων Αλκίνοος για να τιμήσει το ναυαγό Οδυσσέα. Δεν υπάρχουν έπαθλα και οι ευγενείς νέοι αγωνίζονται μόνο για την ευχαρίστηση του αγώνα, όπως μαρτυρεί ο ομηρικός στίχος «Αυτάρ επεί δη πάντες ετέρφθησαν φρέν’ αέθλοις».

Οι αφηγήσεις του Ομήρου αποδεικνύουν ότι το αθλητικό πνεύμα αναπτύχθηκε στους Αχαιούς και οι παιδιές πήραν τη μορφή αληθινών αγώνων με ή χωρίς έπαθλα. Οι αγώνες αυτοί δεν έχουν θρησκευτικό ή τελετουργικό χαρακτήρα και δεν γίνονται σε τακτό τόπο ή χρόνο αλλά οπουδήποτε. Είναι ανταγωνισμός, επίδειξη υπεροχής, χαρά για τον ίδιο τον αγώνα, λαχτάρα για την τιμή της νίκης. Τα ίδια αυτά στοιχεία συνθέτουν το αγωνιστικό πνεύμα των Ελλήνων των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων. Η διαφορά έγκειται στο ότι οι αγώνες παύουν να γίνονται συμπτωματικά και οργανώνονται σε τακτά χρονικά διαστήματα και σε ορισμένους τόπους. Δημιουργούνται τότε οι μεγάλοι πανελλήνιοι περιοδικοί αγώνες που σφυρηλατούν τους δεσμούς μεταξύ των κατοίκων των πόλεων-κρατών, έτσι ώστε να αισθάνονται ότι ανήκουν στο ίδιο έθνος, παρά τις όποιες διαφορές και τους συχνούς πολέμους. Οι αγώνες αυτοί αποτελούν εθνικές αθλητικές εορτές, στις οποίες μόνο Έλληνες γίνονται δεκτοί.

Η Αρχαϊκή εποχή είναι περίοδος οργάνωσης του αθλητισμού και συνειδητοποίησης της σημασίας του για την άσκηση και την παιδεία των νέων. Η πιο λαμπρή εποχή του αθλητισμού είναι η περίοδος που ακολούθησε τη νίκη των Ελλήνων κατά των Περσών. Ο αθλητισμός φτάνει τότε στο απόγειό του, καθώς όλο το έθνος διακατέχεται από υψηλό αγωνιστικό πνεύμα.

Το πιο θαυμαστό για το αγωνιστικό πνεύμα των Ελλήνων είναι ότι ο αθλητής αγωνίζεται όχι για κάποιο υλικό κέρδος αλλά για την τιμή της νίκης, για ένα απλό στεφάνι αγριελιάς, τον «κότινον», το πιο επιθυμητό έπαθλο των μεγαλύτερων πανελλήνιων αγώνων, των Ολυμπιακών. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγαλείο του αγωνιστικού πνεύματος των Ελλήνων.

ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΚΑΙ KAΘΙΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ

Από το πλήθος των τοπικών αγώνων που αναπτύχθηκαν στον ελλαδικό κόσμο, τέσσερις, τα Ολύμπια, τα Πύθια, τα Νέμεα και τα Ίσθμια αναδείχθηκαν σε πανελλήνιους αγώνες. Και οι τέσσερις ήταν «στεφανίτες» και όχι «θεματικοί», όπως ονομάζονταν όσοι είχαν πολύτιμα έπαθλα. Η μεγαλύτερη τιμή για έναν αθλητή ήταν να αναδειχθεί νικητής σε όλους. Οι πιο παλιοί από τους πανελλήνιους αγώνες ήταν οι Ολυμπιακοί.

Η αρχή των Ολυμπιακών αγώνων χάνεται μέσα στην αχλύ των μυθολογικών χρόνων. Oι παραδόσεις σχετικά με την καθιέρωσή τους είναι πολλές και αλληλοσυγκρουόμενες. Ως ιδρυτής αναφέρεται ο Ιδαίος Ηρακλής, ο οποίος έφτασε στην Ολυμπία από την Κρήτη μαζί με τους αδελφούς του Κουρήτες. Εκεί οργάνωσε αγώνα δρόμου με έπαθλο τον κότινο. Σύμφωνα με κάποιες άλλες παραδόσεις, τους αγώνες οργάνωσε ο Ενδυμίωνας, ο γιος του Αεθλίου και εγγονός του Δευκαλίωνα, ή ο Όξυλος, ο βασιλιάς της Ήλιδας. Η επικρατέστερη όμως παράδοση θέλει ως ιδρυτή των αγώνων τον Πέλοπα, ο οποίος, όταν ήλθε από τη Φρυγία, νίκησε σε αρματοδρομία το βασιλιά της Πίσσας Οινόμαο, παίρνοντας ως έπαθλο τη βασιλεία και την κόρη του Ιπποδάμεια.

Μάλιστα, η αρματοδρομία Πέλοπα-Οινόμαου απεικονίστηκε τον Ε´ αιώνα π.Χ., στο ανατολικό αέτωμα του ναού του Διός στην Ολυμπία.

Με το πέρασμα των χρόνων πλήθος από ονόματα θεών και ηρώων συνδέθηκε με τους Ολυμπιακούς αγώνες. Ο ίδιος ο Δίας ήταν σύμφωνα με την παράδοση ολυμπιονίκης, αφού νίκησε τον Κρόνο στην πάλη, όπως επίσης και ο Απόλλωνας, ο οποίος νίκησε στο δρόμο τον Ερμή και στην πυγμή τον ¶ρη.

Οι αγώνες παραμελήθηκαν και ξεχάστηκαν στα πολυτάραχα χρόνια που ακολούθησαν την κάθοδο των Δωριέων και την πτώση του μυκηναϊκού κόσμου.

Στους ιστορικούς χρόνους αναδιοργανωτής των αγώνων αναφέρεται ο βασιλιάς των Ηλείων Ίφιτος, ενώ η πρώτη Ολυμπιάδα υπολογίζεται ότι άρχισε το έτος 776 π.Χ., όταν ο Ηλείος Κόροιβος νίκησε στο αγώνισμα του δρόμου. Ο Ίφιτος σύναψε ιερή συνθήκη με το βασιλιά της Σπάρτης και σοφό νομοθέτη Λυκούργο και τον Κλεοσθένη, βασιλιά των Πισατών, το κείμενο της οποίας γραμμένο κυκλικά στον περίφημο δίσκο του Ιφίτου, φυλασσόταν στο Ηραίο.

Σύμφωνα με τη συνθήκη, οι τρεις βασιλιάδες συμφωνούν για την πεντετηρική τέλεση των αγώνων και την καθιέρωση της Ιερής εκεχειρίας, την παύση δηλαδή των εχθροπραξιών σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο κατά την τέλεση των Ολυμπιακών αγώνων. Η εκεχειρία διαρκούσε τρεις μήνες για να δοθεί η δυνατότητα στους αθλητές και τους επισκέπτες μακρινών περιοχών να ταξιδέψουν με ασφάλεια. Ως έπαθλο καθιερώθηκε, ύστερα από εντολή του Μαντείου των Δελφών, ο κότινος, ένα στεφάνι δηλαδή αγριελιάς που φύτρωνε πλάι στον οπισθόδομο του ναού του Διός, στην Ιερή ¶λτη.

ΤΑ ΟΛΥΜΠΙΑ

Σε αντίθεση με τους Μυκηναϊκούς χρόνους που οι αγώνες δεν είχαν θρησκευτική αρχή, οι αγώνες των ιστορικών χρόνων είναι στενά συνδεδεμένοι με τους θεούς και αποτελούν ευγενική προσφορά προς αυτούς.

Τα Ολύμπια ήταν αγώνες πεντετηρικοί, τελούνταν δηλαδή κάθε πέμπτο έτος, κατά το μήνα Απολλώνιο ή Παρθένιο που αντιστοιχεί με τον Ιούλιο-Αύγουστο. Διαρκούσαν αρχικά μια μέρα και περιελάμβαναν ένα αγώνισμα, τον αγώνα δρόμου ενός σταδίου. Βαθμιαία όμως με την προσθήκη και άλλων αγωνισμάτων η διάρκειά τους φτάνει τις πέντε ημέρες.

Δικαίωμα συμμετοχής είχαν μόνο οι Έλληνες που ήταν ελεύθεροι πολίτες και δεν είχαν διαπράξει φόνο ή ιεροσυλία. Η είσοδος των γυναικών απαγορευόταν με ποινή θανάτου. Ως μοναδικό παράδειγμα παραβίασης αναφέρεται η περίπτωση της Καλλιπάτειρας, κόρης του Ροδίου Διαγόρα, που μπήκε στο στάδιο μεταμφιεσμένη σε γυμναστή για να παρασταθεί στο γιο της.

Υπεύθυνοι για την οργάνωση, την εποπτεία των αγώνων και την τήρηση των κανονισμών ήταν οι ελλανοδίκες που εκλέγονταν με κλήρο και είχαν ευρύτατες αρμοδιότητες και ισχύ.

Οι σπονδοφόροι που ήταν πάντα από ευγενική γενιά, ξεκινούσαν μαζί με την ακολουθία τους για να κηρύξουν στις ελληνικές πολιτείες την εκεχειρία, δηλαδή την ανακωχή, και να καλέσουν τους θεατές, τους αθλητές και τους θεωρούς, τους επίσημους δηλαδή αντιπροσώπους των διάφορων ελληνικών πόλεων, στην Ολυμπία, για τους αγώνες.

Δύο μέρες πριν από την έναρξη των αγώνων, ξεκινούσε η πομπή των αθλητών και των κριτών από την Ήλιδα για να καταλήξει στην Ολυμπία. Οι τελετές άρχιζαν με τον επίσημο όρκο που έδιναν οι αθλητές στο βωμό του Ορκίου Διός, στο Βουλευτήριο, ότι θα αγωνιστούν τίμια και δεν θα υποπέσουν σε κανένα παράπτωμα ή παράβαση κανονισμών. Οι τρεις επόμενες μέρες ήταν αφιερωμένες στα αγωνίσματα. Οι αγώνες έληγαν την 5η μέρα με την ανακήρυξη των νικητών και τη στεφάνωσή τους με τον κότινον. Μετά τη στεφάνωση των νικητών, παρέθεταν επίσημο γεύμα στο πρυτανείο. Οι νικητές απολάμβαναν πολύ μεγάλες τιμές και μόλις επέστρεφαν στην πατρίδα οι συμπολίτες τους τους τιμούσαν με προνόμια και αξιώματα.

Σε όλη τη διάρκεια των κλασικών χρόνων, οι Ολυμπιακοί αγώνες ήταν οι ενδοξότεροι όλων και το ιερό γνώρισε μεγάλη ακμή ως πανελλήνιο κέντρο στο οποίο οι Έλληνες είχαν την ευκαιρία να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, να ανταλλάξουν ιδέες και να διαμορφώσουν απόψεις, να διδάξουν και να διδαχθούν.

Τα μεγάλα όμως ιστορικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ελλαδικό κόσμο επηρέασαν και τους Ολυμπιακούς αγώνες, με αποτέλεσμα τη σταδιακή πτώση των ηθικών αξιών και τον εκφυλισμό της σημασίας και της αξίας τους. Η κατάσταση επιδεινώθηκε αισθητά, όταν το 146 π.Χ η κυρίως Ελλάδα υποτάχθηκε στους Ρωμαίους και οι Ηλείοι έχασαν την ανεξαρτησία τους. Ο θεσμός των Ολυμπιακών αγώνων καταργήθηκε το 393 μ.Χ., όταν ο θρησκευτικός φανατισμός του ρωμαιοβυζαντινού κράτους και το διάταγμα του Θεοδοσίου του Β´ είχαν ως αποτέλεσμα την απαγόρευση της λειτουργίας όλων των ειδωλολατρικών ιερών, ενώ το 426 μ.Χ. με διαταγή του Βυζαντινού αυτοκράτορα καταστράφηκαν τα ιερά μνημεία της ¶λτεως.

Οι Ολυμπιακοί αγώνες συνέβαλαν στη σφυρηλάτηση της φυλετικής και πνευματικής ενότητας των Ελλήνων, ενώ ανυπολόγιστης αξίας είναι και η συμβολή τους στη διαμόρφωση εθνικής συνείδησης, καθώς οι Έλληνες σκορπισμένοι στο μεσογειακό χώρο ή ζώντας κοντά σε βάρβαρα έθνη συνειδητοποιούν με τη συμμετοχή τους ότι είναι μέλη του ίδιου έθνους παρ’ ότι συναγωνίζονται ειρηνικά για τη νίκη και την τιμή της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ

Το στάδιο, η παλαίστρα και το γυμνάσιο είναι οι κύριοι αγωνιστικοί χώροι και, επειδή συνδέονται με την αγωγή των νέων και την ανάπτυξη του αθλητικού πνεύματος, αποτελούν τα βασικά και απαραίτητα ιδρύματα της ελληνικής πόλης. Μεγάλη υπήρξε η συμβολή τους στη σωματική διάπλαση των νέων, με σκοπό αφενός την προετοιμασία και τη δημιουργία γενναίων υπερασπιστών της ελευθερίας της πόλης και αφετέρου τη διαμόρφωση «καλών καγαθών» πολιτών.

Το στάδιο είναι η βασική μονάδα μήκους του δρόμου, η οποία και δανείζει το όνομά της στο χώρο όπου διεξάγονται τα αγωνίσματα του δρόμου και, έπειτα από ορισμένες τροποποιήσεις το πένταθλο και η πυγμή, η πάλη και το παγκράτιο. Φαίνεται ότι αρχικά ο χώρος διεξαγωγής των αγωνισμάτων του δρόμου ήταν μια επίπεδη πεδινή έκταση, όπου στηνόταν η «νύσσα», το σήμα της στροφής των δρομέων για την επάνοδό τους στην αφετηρία, όπως μαρτυρεί ο Όμηρος. Στην Αρχαϊκή και Κλασική εποχή και εξαιτίας της μεγάλης ανάπτυξης των αγώνων γίνεται επιτακτική η ανάγκη να βρεθεί μια κατάλληλη μόνιμη θέση που να παρέχει θέα στο κοινό των αγώνων. Διαμορφώνεται ένα επίμηκες, παραλληλόγραμμο πεδινό τμήμα και κατασκευάζονται, αρχικά από τις δύο και στη συνέχεια από όλες τις πλευρές του, επικλινή επίπεδα για τους θεατές. Αυτήν τη μορφή θα διατηρήσει το στάδιο μέχρι τους Ελληνιστικούς χρόνους, οπότε και κτίζονται λίθινα ή μαρμάρινα εδώλια για την άνετη παραμονή των θεατών.

Σύμφωνα με την παράδοση, το μήκος του σταδίου της Ολυμπίας το όρισε ο Ηρακλής μετρώντας το με τα βήματά του. Ο δρόμος έχει μήκος 600 πόδες ή έξι πλέθρα. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές στα άκρα του δρόμου διαμορφώνονταν δύο αφέσεις, για την εκκίνηση και τον τερματισμό των δρομέων.

Γυμνάσιο-Παλαίστρα

Το γυμνάσιο και η παλαίστρα, κύριοι χώροι άσκησης των νέων και των ανδρών, αναδεικνύονται σε κέντρα αθλητισμού και μόρφωσης, εφόσον εκεί συχνάζουν καλλιτέχνες και φιλόσοφοι. Τα ιδρύματα αυτά εμφανίζονται με την ανάπτυξη της πόλης, ενώ η δυσκολία του Παυσανία να ονομάσει πόλη τη φωκική πολιτεία των Πανοπέων, γιατί δεν έχει αρχεία, γυμνάσιο, θέατρο, αγορά και κρήνη, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της σημαντικότητας τους.

Αρχικά, ως χώρος γύμνασης των νέων χρησίμευε κάποιο σκιερό άλσος ή κάποιος χώρος κοντά σε ποτάμι έξω από την πόλη. Το έδαφος στο χώρο ασκήσεων καθαριζόταν και διαμορφωνόταν ανάλογα για τις ανάγκες του «δρόμου». Οι ανάγκες της πάλης θα δημιουργήσουν την παλαίστρα. Ένας τετράγωνος περίβολος θα περικλείσει το «δρόμο» ή «ξυστό» που είναι υπόστεγος χώρος για τα αγωνίσματα του πένταθλου σε περίπτωση κακοκαιρίας, την «παραδρομίδα» που είναι ένας ακάλυπτος χώρος κατά μήκος του «ξυστού», την παλαίστρα, το λουτρό και διάφορους χώρους για τις ανάγκες των αθλητών.

Η αρχιτεκτονική μορφή του γυμνασίου κατά το πρώτο μισό του 4ου π.Χ. αιώνα είναι γνωστή από το γυμνάσιο των Δελφών. Το γυμνάσιο της Ολυμπίας του 2ου αιώνα π.Χ. που καταστράφηκε κατά μεγάλο μέρος από τις πλημμύρες του Κλαδέου ποταμού, αποτελούνταν από ένα μεγάλο ορθογώνιο χώρο (220×120τ.μ.) που είχε στοές στις τέσσερις πλευρές του.

Η παλαίστρα άλλοτε αποτελούσε τμήμα του γυμνασίου και άλλοτε ξεχωριστό ίδρυμα. Εξελίχτηκε σε έναν κεντρικό τετράγωνο χώρο για τις ανάγκες της άθλησης, ο οποίος περιβαλλόταν από διάφορους χώρους για τους αθλητές. Στην αρχή η παλαίστρα δεν ήταν οικοδόμημα, αλλά ένα σκάμμα μαλακό που εξυπηρετούσε τις ανάγκες του αθλήματος. Από ιστορικές και επιγραφικές πηγές είναι γνωστό ότι οι παλαίστρες διέθεταν αποδυτήριο, ελαιοθέσιο, αλειπτήριο, κονιστήριο, λουτρό, σφαιριστήριο και κωρύκειο (χώρος για την άσκηση των αθλητών σε σάκους με άμμο). Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα του τύπου της κλασικής παλαίστρας αποτελεί αυτή της Ολυμπίας με διαστάσεις 66,7×66,35τ.μ. που χρονολογείται στο τέλος του 3ου αιώνα π.Χ.

Ιππόδρομος

Αρχικά την έκταση του ιπποδρόμου σε μια πεδινή έκταση όριζαν απλοί στύλοι, τα σήματα ή «νύσσαι». Φαίνεται μάλιστα ότι οι ιππόδρομοι διατήρησαν αυτήν τη μορφή στην Αρχαϊκή και Κλασική εποχή. Ο ιππόδρομος της Ολυμπίας έχει καταστραφεί από το ρεύμα του Αλφειού και μόνο από την περιγραφή του Παυσανία έχουμε σήμερα μια εικόνα του χώρου. Φαίνεται ότι το πιο ενδιαφέρον τμήμα στον ιππόδρομο της Ολυμπίας ήταν η ιππάφεση. Υπήρχε σύμφωνα με τον Παυσανία ένας πολύπλοκος μηχανισμός για το ξεκίνημα των αλόγων τον οποίο επινόησε ο Αθηναίος Κλεοίτας και αργότερα συμπλήρωσε ο Αριστείδης, ενώ φαίνεται ότι δεν χρησιμοποιούνταν σε ιπποδρομίες άλλων πόλεων. Πρόκειται για έναν τριγωνικό μηχανισμό με την άκρη του στραμμένη προς το στίβο των ιπποδρομιών. Στις μακριές πλευρές του ήταν τοποθετημένα κατά ζεύγη μικρά οικήματα χωρίς στέγη, στα οποία βρίσκονταν τα άρματα ή τα άλογα που επρόκειτο να αγωνιστούν, ενώ μπροστά τους υπήρχε τεντωμένο ένα σκοινί, η «ύσπληξ». Στην κορυφή του τριγώνου βρισκόταν ένα δελφίνι, ενώ στο εσωτερικό του ήταν τοποθετημένος πάνω σε βωμό ένας χάλκινος αετός. Με το σήμα της εκκίνησης το δελφίνι έπεφτε κάτω και υψωνόταν ο αετός, ενώ παράλληλα έπεφτε το σκοινί των δύο πρώτων οικημάτων και τα άλογα ξεκινούσαν. Όταν έφταναν στο ύψος των δύο δεύτερων οικημάτων έπεφτε και εκεί το σκοινί και ξεκινούσαν και αυτά, ενώ καθώς τα άλογα κάλπαζαν προς την κρυφή του τριγώνου, άνοιγαν διαδοχικά όλα τα οικήματα.

ΤΑ ΑΘΛΗΜΑΤΑ

Οι αρχαίοι Ολυμπιακοί Αγώνες διέθεταν μια πλούσια ποικιλία αγωνισμάτων. Στην αρχή, όταν διαρκούσαν μία μόνο μέρα, περιλάμβαναν ένα μόνο αγώνισμα, τον αγώνα δρόμου ενός σταδίου. Βαθμιαία όμως προστέθηκαν και άλλα αγωνίσματα, που αποτελούν προγόνους των αγωνισμάτων των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων.

Δρόμος

Το αγώνισμα του δρόμου αναφέρεται από τον Όμηρο σε όλους τους αγώνες των Αχαιών, ενώ οι μεταγενέστεροι μύθοι αποδίδουν την αρχή του στους θεούς και τους ήρωες. Με την αναδιοργάνωση των Ολύμπιων από τον Ίφιτο και την καθιέρωση της πρώτης Ολυμπιάδας εμφανίζεται ως πρώτο αγώνισμα ο απλός δρόμος ή στάδιο. Μάλιστα, οι 14 πρώτες Ολυμπιάδες είχαν μοναδικό αγώνισμα το δρόμο, ενώ όλες έπαιρναν το όνομα του νικητή στο στάδιο. Όλα τα αγωνίσματα του δρόμου διεξάγονταν στο στάδιο και ο αθλητής αγωνιζόταν γυμνός, έχοντας αλειμμένο το σώμα του με λάδι και όντας ανυπόδητος. Η κακή άφεση, η παρεμπόδιση του ανταγωνιστή και κάθε αθέμιτη πράξη τιμωρούνταν με σωματικές ποινές.Τα γνωστά είδη δρόμου είναι τα εξής:

Α. Δρόμος ή στάδιο: αγώνας ταχύτητας, μήκους ενός σταδίου. Ο νικητής ονομαζόταν σταδιονίκης.

Β. Δίαυλος: αγώνας ταχύτητας δύο σταδίων.

Γ. Ίππιος: αγώνας δρόμου τεσσάρων σταδίων, όσο και το μήκος του ιππόδρομου που έτρεχαν οι ιππείς. Αυτό το αγώνισμα δεν περιλαμβανόταν στα Ολύμπια.

Δ. Δόλιχος: μακρύς αγώνας δρόμου αντοχής. Στην Ολυμπία το μήκος του ήταν πιθανότατα 24 στάδια. Το αγώνισμα αυτό πρέπει να είχε σχέση με τους Ολυμπιακούς σπονδοφόρους ή με τις επιδόσεις των δρομοκηρύκων που διέτρεχαν τη χώρα μεταφέροντας μηνύματα. Σύμφωνα με την παράδοση, περίφημος δολιχοδρόμος ήταν ο Αγεύς που την ίδια μέρα της νίκης του έτρεξε από την Ολυμπία στην πατρίδα του, στο ¶ργος, για να αναγγείλει την επιτυχία του.

Ε. Οπλίτης δρόμος: πολεμικό αγώνισμα δρόμου διαύλου οπλιτών που ανάγεται στην ηρωική εποχή.

Στ. Λαμπαδηφορία: αγώνας δρόμου με αναμμένη λαμπάδα που παρέδιδε ο ένας αθλητής στον άλλο, με απώτερο σκοπό αυτή να φτάσει άσβεστη στο βωμό του τιμώμενου θεού.

Άλμα

Πρόκειται για αγώνισμα πηδήματος σε μήκος και αποτελούσε μέρος του πένταθλου. Σε τοπικούς όμως αγώνες αποτελούσε και ανεξάρτητο αγώνισμα. Ο αθλητής κατά την εκτέλεση του αγωνίσματος κρατά αλτήρες, βάρη από μολύβι ή λίθο για καλύτερο αποτέλεσμα. Διεξαγόταν στο «σκάμμα» του σταδίου, έναν ανασκαμμένο ειδικό χώρο μήκους περίπου 16 μέτρων.

Δεν γνωρίζουμε αν το άλμα ήταν διπλό ή τριπλό. Κατά τη διάρκεια του αγωνίσματος παιζόταν αυλός.

Δίσκος

Σύμφωνα με τη μυθολογία, το αγώνισμα σχετίζεται με το τραγικό τέλος του Υάκινθου που έχασε τη ζωή του από άστοχη ρήψη του Απόλλωνα. Το αγώνισμα του δίσκου, ανεξάρτητο αρχικά, αποτέλεσε στη συνέχεια μέρος του πένταθλου. Οι αρχαιότεροι δίσκοι ήταν λίθινοι, στρογγυλοί ή φακοειδείς. Μετά τον 3ο αιώνα π.Χ. χρησιμοποιούνται οι μεταλλικοί δίσκοι συνήθως από χαλκό και σπάνια από μολύβι. Πάντως, σύμφωνα με αρχαίες πηγές, το βάρος των δίσκων της Ολυμπίας ήταν καθορισμένο μεταξύ τεσσάρων και πέντε χιλιόγραμμων.

Ακοντισμός

Αγαπημένο αγώνισμα πολλών μυθικών ηρώων. Διακρίνεται στον εκηβόλο ακοντισμό, με ζητούμενο την όσο το δυνατόν μακρύτερη ρίψη του ακοντίου, και στο στοχαστικό ακοντισμό, όπου το ακόντιο έπρεπε να πετύχει ένα συγκεκριμένο στόχο.

Πάλη

Θεωρείται ένα από τα πιο παλιά αγωνίσματα και είναι γνωστή στους Αιγύπτιους, τους Μινωίτες και τους Αχαιούς. Η πρώτη περιγραφή της γίνεται στα «άθλα επί Πατρόκλω», στον Όμηρο. Αποτελούσε αγώνισμα του πένταθλου αλλά και αγώνισμα ανεξάρτητο στους πανελλήνιους αγώνες.

Πυγμή

Από τα αρχαιότερα αθλήματα, όπως δείχνουν η τοιχογραφία των δύο παιδιών που πυγμαχούν από το Ακρωτήρι της Θήρας και η αναφορά του αγωνίσματος από τον Όμηρο.

Το παγκράτιο

Είναι συνδυασμός της πάλης και της πυγμής και έχει την αρχή του στη συμπλοκή σώμα με σώμα και στην επιθυμία να παραταθεί ο αγώνας μέχρι την τελική εξουδετέρωση του αντιπάλου. Εξυμνείται από το Φιλόστρατο ως το καλύτερο και πιο άξιο αγώνισμα για άνδρες της Ολυμπίας.

Οι ιππικοί αγώνες

Από τα πιο παλιά αγωνίσματα, οι αρματοδρομίες συναντώνται για πρώτη φορά στην πολεμική ζωή των Αχαιών. Ήταν άθλημα αριστοκρατικό, περιλάμβανε διάφορα αγωνίσματα και γίνονταν με άλογα, άρματα και τέθριππα.

Το εντυπωσιακότερο αγώνισμα ήταν η αρματοδρομία με τέθριππο, στο οποίο είχαν πάρει μέρος οι σημαντικότερες προσωπικότητες της ελληνικής ιστορίας.

Στις ιπποδρομίες ο αναβάτης ιππεύει γυμνός, χωρίς σέλα και αναβολείς. Νικητής ανακηρύσσεται ο ιδιοκτήτης του άρματος ή του ίππου, ο οποίος στεφανώνεται με τον κότινον, ενώ στο κεφάλι του ηνίοχου ή του ιππέα μπαίνει μάλλινη ταινία ως διάδημα. Ολοκληρώνοντας την περιήγησή μας στον κόσμο των αρχαίων Ολυμπιακών Aγώνων, διαπιστώσαμε ότι οι δικτυακοί τόποι που αναφέρονται στο θέμα είναι σχετικά περιορισμένοι και τα στοιχεία που δίνουν ελλειπτικά, εκτός βέβαια από κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις που προέρχονται συνήθως από πανεπιστημιακούς χώρους .

Απο Τόπος σκεπτόμενων Ελλήνων

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: